Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν τον ιδιοκτήτη στην επιλογή της προσθήκης ήταν ο περιορισμένος φυσικός φωτισμός και ο ανεπαρκής αερισμός των υπνοδωματίων, τα οποία βρίσκονταν στο πίσω μέρος του κτιρίου και επηρεάζονταν από την ύπαρξη ενός κλειστού διαδρόμου. Παράλληλα, η αντικατάσταση των γειτονικών κτιρίων από πολυκατοικίες περιόρισε περαιτέρω την πρόσβαση στο φυσικό φως.
Η υποβληθείσα μελέτη βασίζεται στην αρχή ότι κάθε επέμβαση σε διατηρητέα κτίρια οφείλει να σέβεται και να αναδεικνύει τα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά τους, ανταποκρινόμενη παράλληλα στις σύγχρονες λειτουργικές ανάγκες των χρηστών. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα σύνθεση σχεδιάστηκε έτσι ώστε ο όγκος και το περίγραμμα της προσθήκης να διακρίνονται σαφώς από το υφιστάμενο κτίριο, υιοθετώντας μια σύγχρονη αρχιτεκτονική προσέγγιση που λειτουργεί συμπληρωματικά προς αυτό και αναδεικνύει τον χαρακτήρα του.
Στην υφιστάμενη στάθμη διατηρείται το καθιστικό στο μπροστινό μέρος του κτιρίου, ενώ η κουζίνα, ως βασικός χώρος συνάθροισης της οικογένειας, μεταφέρεται στο κέντρο της κάτοψης. Στη σκοτεινή πίσω ζώνη, όπου προηγουμένως βρίσκονταν τα δύο υπνοδωμάτια και η κουζίνα, δημιουργείται νέα κλίμακα που εξασφαλίζει την πρόσβαση στην προσθήκη. Το διώροφο κενό, σε συνδυασμό με τον φεγγίτη, ενισχύει τον φυσικό φωτισμό στο εσωτερικό. Η αναδιαμορφωμένη ενότητα περιλαμβάνει πλέον έναν πολυλειτουργικό χώρο τραπεζαρίας, ένα λουτρό και έναν βοηθητικό χώρο. Στη θέση της προγενέστερης προσθήκης διαμορφώνεται ένας χώρος εργασίας, με άμεση πρόσβαση από το υπόλοιπο σπίτι.
Στο εσωτερικό, η ατμόσφαιρα διαμορφώνεται μέσα από μια ανοιχτόχρωμη χρωματική παλέτα, η οποία εμπλουτίζεται με έντονες χρωματικές πινελιές στα νέα αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως οι δοκοί και τα χειροποίητα κεραμικά πλακίδια, που τοποθετούνται επιλεκτικά σε διάφορα σημεία του χώρου.
Η προσθήκη έχει συνολική επιφάνεια 46 τ.μ. και περιλαμβάνει δύο υπνοδωμάτια, ένα λουτρό και έναν διάδρομο που οδηγεί στο δώμα. Το δώμα, το οποίο είχε διαμορφωθεί σε μεταγενέστερη φάση και αρχικά χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος, προσφέρει θέα προς το Αστεροσκοπείο Αθηνών και σχεδιάστηκε ώστε να διαθέτει ανεξάρτητη πρόσβαση.
Η προσθήκη τοποθετήθηκε στο πίσω μέρος του κτιρίου, ώστε να διατηρηθεί η ακεραιότητα της όψης με τη δίρριχτη στέγη. Οι όψεις της προσθήκης χαρακτηρίζονται από απλά υλικά και λιτές μορφές, που δεν ανταγωνίζονται την αισθητική του αρχικού κτιρίου, αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά προς αυτήν.